Προ Βερτσέλι: Ο "κοιμώμενος γίγαντας" του calcio στα προπολεμικά χρόνια
Όταν ο Alberto Gilardino προσλήφθηκε ως προπονητής της Προ Βερτσέλι τον Ιούλιο του 2019 δεν υπήρχε καμία αναφορά για κατάκτηση τίτλων. Ήταν ένα σχετικό πραξικόπημα. ένα μεγάλο όνομα για τον σύλλογο που εδρεύει στη γραφική περιοχή του Πιεμόντε της Ιταλίας, αλλά μια πρόσληψη που πέρασε σε μεγάλο βαθμό στα ψιλά.
Παρά την ιστορία της Προ Βερτσέλι δεν έγινε λόγος για κυνήγι τροπαίων, κυνήγι για Ευρώπη ή ακόμα και για το μέγεθος της βάσης των υποστηρικτών της. Ο Gilardino απλώς εξέφρασε μια παθιασμένη επιθυμία για πρόοδο. να χτίσει και να βοηθήσει τη νεαρή ομάδα να βελτιωθεί. Ωστόσο η Προ Βερτσέλι είναι ένας συναρπαστικός σύλλογος που θέτει το ερώτημα τι ακριβώς χρειάζεται για να θεωρηθεί «μεγάλος σύλλογος».
Εάν ρωτούσατε συλλόγους στην Αγγλία όπως η Λιντς Γιουνάιντεντ, η Έβερτον, η Νότιγχαμ Φόρεστ ή η Άστον Βίλα εάν μπορούν να αυτοαποκαλούνται μεγάλοι τότε η απάντηση θα ήταν φυσικά, ένα ηχηρό ναι. Εξάλλου, σκεφτείτε τους τίτλους που κατέκτησαν, σκεφτείτε τους παθιασμένους οπαδούς τους και τις σημαντικές επιτυχίες τους τα τελευταία χρόνια.
Όμως το ποδόσφαιρο είναι ένας δυναμικός, απίστευτα γρήγορος κλάδος, μέσα στον οποίο είναι πολύ εύκολο να ξεφύγεις από το οπτικό πεδίο. Οι τέσσερις προαναφερθέντες Αγγλικοί σύλλογοι είναι ζωντανά παραδείγματα του πόσο γρήγορα μπορούν να αλλάξουν όλα. Μέσα σε ένα λεπτό κατακτάς το κύπελλο Πρωταθλητριών και μετά αργοπεθαίνεις και φεύγεις.
Αυτό μας φέρνει πίσω στη Προ Βερτσέλι. Είναι οι ξεπεσμένοι γίγαντες του Ιταλικού ποδοσφαίρου. Η πρώτη ομάδα που κυριάρχησε στο calcio με περισσότερα πρωταθλήματα από ό,τι η Ρόμα, η Λάτσιο και η Νάπολι. Η πτώση της είναι πιο τραγική, πιο δραματική από ό,τι μπορεί πραγματικά να κατανοήσει ο οποιοσδήποτε.
Η Βόρεια Ιταλία φιλοξενεί εδώ και πολύ καιρό τις δυνάμεις του Έθνους, με πάνω από 100 τίτλους να ανήκουν σε διάφορες πλευρές στη βόρεια πλευρά της χερσονήσου. Όμως το γεγονός ότι επτά από αυτούς κείτονται στην ήσυχη πόλη του Βερτσέλι είναι παρόλα αυτά μια έκπληξη. Το Βερτσέλι βρίσκεται ανάμεσα στις μητροπόλεις του Τορίνο και του Μιλάνου και είναι γνωστό σήμερα για την καλλιέργεια ρυζιού και όχι για το ποδόσφαιρο του.
Μεταξύ του 1908 και του 1913 ωστόσο, ήταν το σπίτι των πιο ακαταμάχητων λιονταριών μιας και ήταν μακράν η πιο υπέρτατη ομάδα της χώρας. Τόσο κυρίαρχη ήταν η Προ Βερτσέλι που ηττήθηκε μόνο μια φορά σε χρονικό διάστημα πέντε ετών και ακόμη και αυτό ήρθε ύστερα από πολλές διαμάχες.
Γνωστή και ως Bianche Casacche (οι λευκές στολές), η Προ Βερτσέλι διέθετε μια από τις νεαρότερες ομάδες της εποχής της και βασιζόταν σε περισσότερες τεχνικές και μεθόδους εκπαίδευσης από τους αντιπάλους τους για να αναπτύξει τους παίκτες της. Ο σύλλογος γεννήθηκε από ένα γυμναστήριο και αυτή η εγγενής έμφαση στη σωματικότητα και την αντοχή είναι κάτι που ήταν ξεκάθαρο στους αγώνες, με τη Βερτσέλι να κυριαρχεί συχνά στα τελευταία 15 λεπτά των αγώνων χάρη στην εξαιρετική της φυσική κατάσταση.
Ο πρώτος τίτλος των Leoni το 1908 αντικατόπτριζε μια μεταβαλλόμενη Ιταλία μόλις λίγα χρόνια πριν από την έναρξη της κυβέρνησης του Mussolini. Η μορφή του πρωταθλήματος στη συνέχεια χωρίστηκε σε δύο τουρνουά. Το μονομερές Ιταλικό πρωτάθλημα όπου μόνο οι Ιταλοί επιτρεπόταν να παίξουν και το ομοσπονδιακό πρωτάθλημα μπορούσαν να αγωνιστούν και ξένοι οι οποίοι ζούσαν εκεί.
Πολλές ομάδες αποσύρθηκαν από τους αγώνες λόγω της διάσπασης, αφήνοντας μια ευκαιρία που θα εκμεταλλευόταν εμφατικά η Προ Βερτσέλι, μένοντας αήττητη έναντι της US Milanese και της Andrea Doria, τις πρώτες ενσαρκώσεις της Ίντερ και της Σαμπντόρια αντίστοιχα.
Όχι μόνο όλοι οι παίκτες της ομάδας της Βερτσέλι που πήρε το πρωτάθλημα ήταν Ιταλοί, αλλά όλοι προέρχονταν σχεδόν αποκλειστικά από την ίδια την πόλη. Αναλογιζόμενος τις επιτυχίες τους στο βιβλίο του Winning At All Costs: A Scandalous History of Italian Soccer, ο συγγραφέας John Foot έγραψε: «Η πρώιμη ποδοσφαιρική επιτυχία δεν αφορούσε τόσο το ταλέντο, αλλά και την αποφασιστικότητα, την προετοιμασία και την ομαδική δουλειά».
Αυτά τα τρία συνόψισαν τα επιτεύγματα της Προ Βερτσέλιi. Τόσο μεγάλη επιρροή ήταν αυτή η πρώιμη κυριαρχία του συλλόγου, που παρείχαν μεγάλο μέρος των τάξεων τους στην Εθνική ομάδα για αρκετά χρόνια και ήταν επίσης η έμπνευση πίσω από τις λευκές φανέλες που φόρεσε η Ιταλία εναντίον του Βελγίου το 1913.
Η φύση της επιρροής τους δεν είναι τυχαία. Μέχρι το 1913 η Προ Βερτσέλι πήρε πέντε συνεχόμενα πρωταθλήματα και ολόκληρο το Έθνος παρακολούθησε μια ομάδα μικρής πόλης με εγχώρια ταλέντα να κυριαρχεί τόσο πειστικά στο ποδόσφαιρο. Αυτό έδεσε όμορφα με τον αυξανόμενο Εθνικισμό στη χώρα.
Ακόμη και όταν το ποδόσφαιρο στη χώρα επεκτάθηκε σε μια πιο παραδοσιακή μορφή πρωταθλήματος, η δόξα τους συνεχίστηκε. Το τελευταίο τους πρωτάθλημα εκείνης της περιόδου το 1913 ήταν το πιο πειστικό από όλα. Δέχθηκαν μόλις τρία γκολ σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς και συνέτριψαν την αντίπαλό τους Λάτσιο με 6-0 στο τελικό του Εθνικού πρωταθλήματος.
Αυτή η προπολεμική περίοδος ήταν η πιο επιτυχημένη της Προ Βερτσέλι με τη μόνη ξινή νότα το 1910 να έρχεται με περίεργο τρόπο. Πολλοί από τους παίκτες της πρώτης ομάδας δεσμεύτηκαν σε ένα στρατιωτικό τουρνουά την ίδια μέρα που είχε προγραμματιστεί να διεξαχθεί ο τελικός εναντίον της Ίντερ. Αφού το αίτημά τους για αλλαγή της ημερομηνίας απορρίφθηκε τόσο από την Ίντερ όσο και από την Ιταλική ομοσπονδία, η Προ Βερτσέλι κατέβασε στο γήπεδο μια ενδεκάδα που αποτελούνταν από εφήβους – αγόρια ηλικίας μεταξύ 10 και 15 ετών – σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Όπως ήταν αναμενόμενο, συντρίφτηκαν με 10-3 από την ολοταχώς και εμφανώς αντιπαθητική Ίντερ.
Το αστέρι της ομάδας εκείνη την εποχή ήταν ο Guido Ara, ένας άνδρας ενός συλλόγου που έπαιξε 163 φορές για την Προ Βερτσέλι. Όπως με τους περισσότερους παίκτες των Leoni, εμφανίστηκε μέσω του συστήματος ακαδημιών τους, πραγματοποιώντας το ντεμπούτο του στη θριαμβευτική χρονιά του 1908. Ο ντόπιος νεαρός κρίθηκε επίσης σημαντικός και για την Ιταλία, κάνοντας το Διεθνές ντεμπούτο του το 1911. Συνεργάτης του στη μεσαία γραμμή σε όλη εκείνη την προπολεμική περίοδο ήταν ο Giuseppe Milano, ο οποίος χρίστηκε αρχηγός των Azzurri υπό τον Vittorio Pozzo στις πρώτες μέρες της Εθνικής ομάδας .
Μπροστά τους ήταν ο Carlo Rampinι ο οποίος κατέγραψε το εκπληκτικό ρεκόρ των 106 τερμάτων σε 99 εμφανίσεις για τον σύλλογο. Λαμβάνοντας υπόψη το ρεκόρ του, δεν αποτελεί έκπληξη να μάθουμε ότι ήταν αυτός που σημείωσε δύο τέρματα βοηθώντας την ομάδα του να επικρατήσει της Γιουβέντους στο τελικό του 1908. Η ανταμοιβή του για αυτά τα γκολ; Δύο πούρα από τον πρόεδρο. Στιγματίζοντας το ομαδικό πνεύμα που διέθετε η νεαρή ομάδα, ο Rabini θα πουλούσε ορισμένα από τα πούρα του για να χρηματοδοτήσει τη θεραπεία του αδελφού του συμπαίκτη του, ο οποίος είχε αρρωστήσει εκείνη την εποχή.
Η Προ Βερτσέλι θα προσθέσει άλλα δύο πρωταθλήματα στη συλλογή των τροπαίων του στις το 1921 και το 1922 υπό τη διαχείριση του Guido Ara, καθιστώντας τον το μόνο άτομο που έλαβε παρόν σε κάθε μία από τις επιτυχίες τους στο πρωτάθλημα, προτού η δύναμή τους γίνει τελικά η αδυναμία τους.
Ο διάδοχος της ακαδημίας ήταν ο Silvio Piola. Τα 51 τέρματα του σε πέντε χρόνια για τα “λιοντάρια του Πιεμόντε” θα οδηγούσαν τον πρόεδρο της Βερτσέλι να πει: «Δεν θα πουλήσουμε ποτέ τον Piola, ούτε για όλο το χρυσό του κόσμου. Μόλις τον πουλήσουμε, θα αρχίσει η παρακμή της Προ Βερτσέλι». Καθώς το calcio γινόταν όλο και πιο επαγγελματικό και οι μεγαλύτερες ομάδες της πόλης γίνονταν πλουσιότερες, αποδεικνυόταν όλο και πιο δύσκολο να κρατήσουν τα πετράδια που θα προέκυπταν από το σύστημα ακαδημιών.
Ο καλύτερος παίκτης τους, ο Piola –του οποίου το όνομα του κατέχει στο 5.500 χωρητικότητας στάδιο της – θα παρασυρθεί τελικά από τη Λάτσιο και θα εδραιωνόταν ως θρύλος για την εθνική ομάδα, κατέχοντας επίσης ακόμα τον περισσότερο αριθμό τερμάτων που έχει σημειωθεί ποτέ στη Serie A, αν και δεν θα σήκωνε ποτέ ξανά το Scudetto ούτε εκείνος ούτε και η Προ Βερτσέλι. Την ίδια χρονιά που ο πρόεδρος της πούλησε τελικά το Piola, τερμάτισε στο πάτο της Serie A και έκτοτε δεν επανήλθε ποτέ.
Η ανησυχητική τους πτώση θα τους οδηγήσει σε δραματικά χαμηλά επίπεδα. Ο υποβιβασμός τους από την κορυφαία κατηγορία ακολουθήθηκε από τον υποβιβασμό από τη Serie B το 1948 και θα ξεκινούσε μια παρατεταμένη περίοδος μακριά από τις δύο κορυφαίες κατηγορίες, φτάνοντας μέχρι και στη τέταρτη κατηγορία του Ιταλικού ποδοσφαίρου.
Για όσους δεν είναι μυημένοι, το σύστημα του πρωταθλήματος είναι εξαιρετικά δύσκολο να προχωρήσεις. Εννέα ομάδες υποβιβάζονται από τη Serie C, με εννέα από τη Serie D να τις αντικαθιστούν. Για να γίνουν τα πράγματα ακόμη πιο αποθαρρυντικά, γίνονται πολλοί αγώνες πλέι - οφ. Χρειάστηκαν 64 χρόνια ανέβα - κατέβα μεταξύ των δύο χαμηλότερων κατηγοριών, ακόμη και ενός φλερτ με τη χρεοκοπία για να επιστρέψει η Προ Βερτσέλι στη Serie B όπου δυστυχώς έμεινε μόνο μια χρονιά.
Σήμερα - που εξακολουθεί να αγωνίζεται στη Serie C μετά από έναν ακόμη υποβιβασμό τη σεζόν 2015/16 - ο σύλλογος παραμένει έμβλημα της παλιάς Ιταλίας που παλεύει να ανακτήσει τη θέση της στη κορυφή. Η δική τους είναι μια μεγάλη ιστορία που φτάνει πίσω στα χρονικά του ποδοσφαίρου. Ένας δρόμος πίσω στη πρώτη εκδοχή του Società Ginnastica Pro Vercelli (Γυμναστικός σύλλογος του Προ Βερτσέλι), που έθεσε τα θεμέλια για την επιτυχία τους.
Η φύση του σύγχρονου ποδοσφαίρου σημαίνει ότι η επιστροφή στην παλιά τους δόξα δεν είναι αδύνατη, αλλά είναι απίστευτα απίθανη. Όμως κανείς σε αυτήν την περιοχή της βορειοδυτικής Ιταλίας δεν θα ξεχάσει ποτέ τι κατάφερε. Ο Rampini και τα πούρα του, ο Piola και τα γκολ του, ο Ara και τα επτά τρόπαιά του, τα “μικρά λιοντάρια” που κυριάρχησαν στην Ιταλία για 15 χρόνια.
Η Προ Βερτσέλι έχει γευτεί περισσότερες επιτυχίες από πολλούς συλλόγους με τους οποίους μοιράζονται μια χώρα από τα βάθη μιας κοιμώμενης πόλης στα χωράφια του Πιεμόντε.






Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου