Ελ Σαλβαδόρ - Ονδούρα: Ο "πόλεμος των 100 ωρών"

 



Προτού εμβαθύνουμε στη ποδοσφαιρική λεπτομέρεια, αυτό που είναι επιτακτική ανάγκη να λάβουμε υπόψη είναι ότι πολύ σπάνια οποιαδήποτε σύγκρουση έχει έναν μόνο λόγο που αντιμετωπίζεται μεμονωμένα. Αυτό ισχύει και για τον πόλεμο των 100 ωρών του Ελ Σαλβαδόρ και της Ονδούρας.

Ο πόλεμος που έλαβε χώρα το 1969 αναφέρεται μερικές φορές ως «Πόλεμος του ποδοσφαίρου», καθώς πολλοί άνθρωποι τονίζουν ότι οι προκριματικοί αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου μεταξύ των δύο εθνών ήταν το σημείο καμπής για να οδηγηθούν οι δύο τους σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο.

Ωστόσο το ποδόσφαιρο ήταν μόνο ένας από τους πολλούς λόγους για τη σύγκρουση, όχι η μοναδική αιτία. Υπήρχαν αστικές, πολιτικές και κοινωνικές διαμάχες μεταξύ του Ελ Σαλβαδόρ και της Ονδούρας που φούντωναν για μεγάλο χρονικό διάστημα.



Πολιτιστικό πλαίσιο

Μέχρι το 1969 μετά από χρόνια μαζικής μετανάστευσης από το Ελ Σαλβαδόρ στην Ονδούρα, οι Σαλβαδόροι αποτελούσαν το 20% του πληθυσμού της Ονδούρας (που κατέγραφε εκείνη την εποχή περίπου στα 2,6 εκατομμύρια). Αυτό σήμαινε ότι ένα μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού και των γαιοκτημόνων της Ονδούρας ήταν μετανάστες από το Σαλβαδόρ.

Όπως συμβαίνει με πολλές χώρες της Κεντρικής Αμερικής, μεγάλες εταιρείες ή πλούσιοι γαιοκτήμονες κατείχαν μεγάλο μέρος της γης στην Ονδούρα. Τρία χρόνια πριν από τον πόλεμο, η United Fruit Company - η οποία κατείχε το 10% της γης στην Ονδούρα - συγκέντρωσε υποστήριξη από άλλες μεγάλες εταιρείες για να δημιουργήσει την FENAGH (την Εθνική Ομοσπονδία Αγροτών και Κτηνοτρόφων της Ονδούρας). Η FENAGH ήταν ένα γκρουπ πίεσης προς την κυβέρνηση η οποία εμφάνιζε κατά περιόδους το βάναυσο πρόσωπο της προς τους Σαλβαδόρους.

Μόλις ένα χρόνο αφότου ο όμιλος εταιρειών συσπειρώθηκε για να ασκήσει πίεση στον πρόεδρο της Ονδούρας (ο στρατηγός Oswaldo Lòpez Arellano), η κυβέρνηση εφάρμοσε πλήρως έναν νόμο που κατέσχεσε μεγάλο μέρος της γης που είχε καταληφθεί παράνομα από μετανάστες από το Σαλβαδόρ. Στη συνέχεια αναδιανεμήθηκε σε γηγενείς Ονδούριους. Αυτό οδήγησε σε τεράστια προβλήματα για πολλούς από τους 300.000 Σαλβαδόρους που ζούσαν στην Ονδούρα και στη συνέχεια χιλιάδες εκδιώχθηκαν, συμπεριλαμβανομένων μεταναστών εργατών και μακροχρόνιων εποίκων.

Αυτές οι διαφωνίες για τη γη και τη μεταναστευτική πολιτική δημιούργησαν φλογερές εντάσεις μεταξύ των δύο Εθνών που προκάλεσαν τις πιο σπαραχτικές συνέπειες που μπορεί κανείς να φανταστεί.



Πώς έπαιξε το ρόλο του το ποδόσφαιρο

Η συνάντηση αυτών των δύο φαινόταν αναπόφευκτη. Οι δύο τους πέρασαν από τους προκριματικούς ομίλους του CONCACAF έναντι του Σουρινάμ και της Κόστα Ρίκα και έμοιαζε μόνο θέμα χρόνου να συναντηθούν ξανά.

Με σχεδόν ποιητικό τρόπο μόλις έξι ημέρες μετά την εκδίωξη 500 οικογενειών από την Ονδούρα και τη βίαιη μεταφορά τους στο Ελ Σαλβαδόρ, οι δύο χώρες συναντήθηκαν στον πρώτο τους αγώνα για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου η μία με την άλλη. Αυτό έγινε στην πρωτεύουσα της Ονδούρας, τη Τεγκουσιγκάλπα όπου οι γηπεδούχοι πέτυχαν μια αγχωτική νίκη με 1-0 σε έναν αγώνα που μαρτυρούσε την ένταση και τη σύγκρουση μεταξύ των δύο ομάδων οπαδών.

Στη συνέχεια οι δυο τους έπαιξαν στον αγώνα ρεβάνς στο Ελ Σαλβαδόρ, όπου καταγράφηκε μεγαλύτερη βία με τους οπαδούς να συγκρούονται στους δρόμους πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το τέλος του αγώνα. Τα λάφυρα μοιράστηκαν μετά από δύο αγώνες με το Ελ Σαλβαδόρ να επικρατεί με 3-0 στη δεύτερη αναμέτρηση, κάνοντας μία νίκη έκαστος.

Την ημέρα του τρίτου αγώνα, οι εντάσεις έφτασαν σε σημείο βρασμού καθώς το Ελ Σαλβαδόρ διέκοψε τις διπλωματικές του σχέσεις με τους γείτονές του κατηγορώντας τους για «εγκλήματα που συνιστούν γενοκτονία». Αυτό έγινε μετά την αναφορά του Ελ Σαλβαδόρ ότι 11.700 Σαλβαδόροι απελάθηκαν από την Ονδούρα εντός δέκα ημερών μετά τον δεύτερο αγώνα.

Επιπλέον οι παίκτες ήταν πολύ εξοικειωμένοι με το τι συνέβαινε, κάτι που χρησίμευσε μόνο για να πυροδοτήσει τις εθνικιστικές και μαχητικές συμπεριφορές που θόλωναν τα παιχνίδια μεταξύ τους. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί από πολλούς ότι αυτή ήταν μια ευκαιρία για δύο χώρες με στρατιωτικούς δικτατορικούς ηγέτες να ανάψουν τις ήδη φλεγόμενες φλόγες του εθνικισμού, με αυτούς τους ποδοσφαιρικούς αγώνες να αποτελούν το φόντο της βίας.

Ο τρίτος αγώνας διεξήχθη σε ουδέτερο χώρο, όχι λόγω της βίας αλλά επειδή έτσι ήταν ήδη προκαθορισμένο. Το στάδιο Azteca του Μέξικο Σίτι ήταν ο χώρος για τις δύο πλευρές για να παίξουν την κυριαρχία τους. Ο πόλεμος απείχε μόλις δύο εβδομάδες σε αυτό το σημείο, αλλά ο αρχηγός του Ελ Σαλβαδόρ Salvador Mariona ισχυρίζεται ότι «ο πόλεμος είχε ήδη ξεκινήσει». Το γεγονός ότι ο πόλεμος έγινε τόσο σύντομα μετά τον τελευταίο τους αγώνα δεν ήταν τυχαίο. Το Ελ Σαλβαδόρ σήκωσε τη σημαία του στην τρίτη και τελευταία αναμέτρηση, με μια δραματική νίκη με 3-2 σε μια βροχερή μέρα στην πρωτεύουσα του Μεξικού.

Είναι ενδιαφέρον ότι πολλοί από τους παίκτες του Σαλβαδόρ ισχυρίζονται ότι έπαιξαν εκείνη την ημέρα με τις σκέψεις των πασχόντων από το Σαλβαδόρ στην Ονδούρα βαθιά ενσωματωμένες στην καρδιά και το μυαλό τους.



Ο «Ποδοσφαιρικός» πόλεμος


Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ο όρος «Πόλεμος του ποδοσφαίρου» ενώ δίνει στον πόλεμο μια μοναδική ταμπέλα, δεν αποδίδει δικαιοσύνη στους λόγους της σύγκρουσης και επομένως δεν δίνει μια δίκαιη περιγραφή των γεγονότων που οδήγησαν στους θανάτους χιλιάδων ανθρώπων.

Στις 14 Ιουλίου του 1969, το Ελ Σαλβαδόρ ξεκίνησε την πρώτη του συντονισμένη στρατιωτική δράση στην Ονδούρα. Αυτό συνεπαγόταν με τη Πολεμική Αεροπορία του Σαλβαδόρ να χρησιμοποιεί επιβατικά αεροπλάνα με εκρηκτικά δεμένα στα πλευρά τους ως βομβαρδιστικά για να επιτεθούν στους στόχους τους εντός της Ονδούρας. Οι στόχοι τους περιελάμβαναν το Διεθνές Αεροδρόμιο Toncontín και το συγκεκριμένο χτύπημα άφησε την Ονδούρα ανίκανη να ανταποκριθεί γρήγορα.

Μέχρι το βράδυ της 16ης Ιουλίου η Ονδούρα είχε ανταπαντήσει βομβαρδίζοντας το λιμάνι Ακατζούλτα, όπου βρίσκονταν οι κύριες εγκαταστάσεις πετρελαίου του Ελ Σαλβαδόρ. Μετά από δύο μέρες και καταμέτρηση πάνω από 3.000 θανάτους στον πόλεμο, η Ονδούρα κάλεσε τον OAS (Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών) να παρέμβει φοβούμενος ότι ο μεγαλύτερος στρατός του Σαλβαδόρ θα εισέβαλε στην πρωτεύουσα την Τεγκουσιγκάλπα. Ο OAS συνεδρίασε επειγόντως στις 18 Ιουλίου και ζήτησε κατάπαυση του πυρός, η οποία τέθηκε σε πλήρη ισχύ δύο ημέρες αργότερα.

Σε εκείνο το σημείο ο πόλεμος τελείωσε, μετά από μόλις τέσσερις ημέρες. Ωστόσο για την επίτευξη ειρηνευτικής διευθέτησης χρειάστηκε πάνω από μια δεκαετία.



Η συνέχεια

Το Ελ Σαλβαδόρ έφερε κάποια υπερηφάνεια στους πολίτες του νικώντας την Αϊτή στον επόμενο γύρο των προκριματικών του Παγκοσμίου Κυπέλλου CONCACAF και έφτασαν μέχρι τα τελικά του Μεξικού το 1970. Ωστόσο αυτή η πορεία κατέληξε σε απογοήτευση, καθώς οι Σαλβαδόροι γεύτηκαν την ήττα σε κάθε αγώνα του ομίλου τους και δεν πέτυχαν ούτε γκολ.

Είναι σημαντικό να πούμε ότι οι δυο τους υπέγραψαν τελικά σύμφωνο ειρήνης το 1980, έντεκα χρόνια μετά την κατάπαυση του πυρός. Δεν αποτέλεσε έκπληξη το γεγονός ότι οι δύο Εθνικές ομάδες δεν αντιμετώπισαν η μία την άλλη από το 1970 έως το 1980.

Παρόλο που η συνθήκη συμφωνήθηκε και υπογράφηκε οι συνοριακές διαφορές παρέμειναν μέχρι το 1992, όταν τελικά επανήλθαν οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ τους.

Αν και είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε τη δύναμη του ποδοσφαίρου και τις δυνατότητές του να οπλιστεί από ισχυρούς ανθρώπους, είναι επίσης σημαντικό να μην το βλέπουμε μεμονωμένα. 

Ο πόλεμος ανάμεσα στο Ελ Σαλβαδόρ και στην Ονδούρα είναι ένα παράδειγμα περίπλοκου ζητήματος με πολλά νοήματα και δεν εναπόκειται σε εμάς να πούμε, πώς οι εορτασμοί των παικτών του Σαλβαδόρ σε μια βροχερή ημέρα του Μέξικο Σίτι ήταν ο μοναδικός καταλύτης για αυτή τη σύγκρουση.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κάστελ ντι Σάνγκρο: Το Miracolo του Αμπρούτσο

Όλνταμ Αθλέτικ: Το πρώτο κλαμπ της Premier League που έπεσε στα ερασιτεχνικά επίπεδα της Αγγλίας