Σκόντο Ρίγα: Πώς μια εποχή κυριαρχίας κατέληξε στα ερείπια

 



Η Ρώμη δεν χτίστηκε σε μια μέρα": έτσι λέει μια θρυλική παροιμία. Είναι μια υπενθύμιση ότι το σθένος, η επιμονή και η ελπίδα μπορούν να ξεπεράσουν ακόμη και τις πιο δύσκολες αποστολές.

Ωστόσο το συγκεκριμένο κείμενο δεν παρέχει καμία άνεση για τον Guntis Indriksons αυτή τη στιγμή, ούτε την παραμικρή. Διότι τώρα ο Indriksons δεν μπορεί να σκεφτεί πώς χτίστηκε η Ρώμη και πώς το Κολοσσαίο υψώθηκε δίπλα στη Φοντάνα ντι Τρέβι, χωρίς να σκεφτεί πρώτα πώς έπεσαν.



Ο Indriksons παρακολουθούσε από τις σκιές καθώς η αγαπημένη του Σκόντο Ρίγα έπεφτε στην αφάνεια. Ήταν εκεί από την αρχή και ήταν εκεί για να παρακολουθήσει το πικρό τέλος, ο σπαραγμός της νέας του πραγματικότητας. Παρακολούθησε υπέροχα αξιοθέατα να ανυψώνονται μέσα από τις στάχτες ενός νέου Έθνους. Παρακολούθησε τη Σκόντο να βασιλεύει στη Λετονία δεκατέσσερις φορές και είδε την ομάδα των πολεμιστών του να πέφτουν με το σπαθί τους στην Ευρώπη: μια περίφημη ισοπαλία εναντίον της Τσέλσι μεταξύ άλλων. Παρακολούθησε μια οικονομική κρίση να εισχωρεί στον σύλλογο και να τον περιορίζει από μέσα. Είδε τον σύλλογο του να πεθαίνει.

Ο Indriksons δεν είναι όμως ένας ρομαντικός ήρωας, μιας και κάτω από τα στρώματα της στενοχώριας και της θλίψης βρίσκεται ένα σκοτεινό παρελθόν. Όταν ο Indriksons εισέβαλε στη Ρίγα για να γίνει ο «ιππότης τους με την ύποπτα γυαλιστερή πανοπλία του», έβγαινε από τη σκιερή μετασοβιετική οικονομία. Ήταν ένας οραματιστής, ένας άνθρωπος που είχε βγάλει δισεκατομμύρια μέσω της Σκόντο και ένα πρώην μέλος της KGB (μυστική αστυνομία της Ρωσίας). Μετακόμισε για να συγκροτήσει αμέσως μια ομάδα για τη σεζόν 1990/91, καθώς το Λετονικό ποδόσφαιρο διασπάστηκε σε ένα νέο πρωτάθλημα ξεχωριστό από τους Σοβιετικούς.

Οι Σοβιετικοί ήταν σεβαστοί σε όλη την Ευρώπη πριν από την πτώση του Σιδηρού Παραπετάσματος: υπήρχε ένας μυστικός πράκτορας όταν αντιμετώπιζε μια ομάδα που δεν μπορούσε να εντοπιστεί. Ήταν σε αυτές τις συνθήκες όπου παίκτες όπως ο Lev Yashin, ο Valeriy Lobanovskyi και ο Oleg Blokhin έφτιαξαν τη δική τους ιστορία. Η Λετονία δεν ανήκε ποτέ στην πρώτη γραμμή της ποδοσφαιρικής δύναμης στη Σοβιετική Ένωση, δεν είχε τη δύναμη της Ρωσίας – ούτε καν της Μόσχας– και δεν είχε την προνοητική σκέψη του "εργοστασίου" ποδοσφαιριστών στην Ουκρανία. 

Οι Λετονικές ομάδες ωθήθηκαν στον πάτο της πυραμίδας καθώς το Χόκεϊ επί πάγου και το Μπάσκετ πήραν τηλεοπτικό χρόνο στο ανατολικό μπλοκ. Όταν έπεσε η αυλαία, υπήρχαν ελάχιστα σημάδια που έδειχναν ότι αυτό θα άλλαζε. Όπως είχε συμβεί από χώρες πιο ανατολικά, οι καλύτεροι παίκτες αναμενόταν να πέσουν στη γοητεία της Δύσης και να ενταχθούν στην ελίτ της Ευρώπης. Ωστόσο καθώς η Λετονία δεν είχε καμία παρουσία ποδοσφαιριστή για να καυχηθεί, όταν ο Indriksons τηλεφώνησε αυτούς τους λίγους Λετονούς ποδοσφαιριστές που αποκόπηκαν από την πρώην Σοβιετική Ένωση δεν μπορούσαν να πουν όχι στην πρόταση του επιχειρηματία.




Με τη στρατολόγηση των κορυφαίων ποδοσφαιριστών της Λετονίας, η προσοχή του Indriksons στράφηκε αλλού: στο μέλλον. Κατασκεύασε ένα εκτεταμένο φάσμα σκάουτινγκ σε συνδυασμό με υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις ακαδημιών για να στεγάσει και να αναπτύξει τα αστέρια του αύριο. Με τον Mikhail Gorbachev να παραιτείται ως ηγέτης του κομμουνιστικού κράτους ρίχνοντας την πρώην Σοβιετική Ένωση στο χάος, ο Indriksons είχε ουσιαστικά τη δυνατότητα να μονοπωλήσει το ποδοσφαιρικό τοπίο της Λετονίας μέσα σε μια νύχτα. Εδώ βρισκόταν ένας άνθρωπος - ο οποίος με νομικά μέσα ή και όχι - είχε κερδίσει πολλά χρήματα και ήταν μπροστά –από άποψη οικονομικού ανταγωνισμού– από οποιονδήποτε άλλον με ενδιαφέρον στο ποδόσφαιρο. Έμοιαζε σαν μια τέλεια καταιγίδα για τον Indriksons.

Η Σκόντο πήρε το εναρκτήριο πρωτάθλημα του 1991, έπειτα το επόμενο και το μεθεπόμενο ώσπου έμοιαζε ανίκητη. Τα κορυφαία ταλέντα της Λετονίας κατευθύνονταν στην πρωτεύουσα του έθνους: στη καλύτερη ομάδα, στο καλύτερο κέντρο ανάπτυξης και στην καλύτερη δυνατότητα να εμφανιστείς στην Ευρωπαϊκή σκηνή. Η εθνική ομάδα της Λετονίας πλημμύρισε σύντομα από παίκτες της Σκόντο και σύντομα ακολούθησε και το τεχνικό προσωπικό, μέχρι που έγινε σχεδόν αδύνατο να γίνει διάκριση μεταξύ της ομάδας της Σκόντο και της Εθνικής Λετονίας.




Ένας τέτοιος παίκτης που παρουσιάστηκε στην πρωτεύουσα της Λετονίας ήταν ο Marian Pahars: Ένας άνθρωπος που οι παλιότεροι οπαδοί της Premier League μνημονεύουν ακόμα με αγάπη και ένας ποδοσφαιριστής που λατρεύουν οι οπαδοί της Σαουθάμπτον. Ο​​ «Λετονός Michael Owen» όπως τραγουδούσαν. Στην πρώτη του σεζόν στη Νότια Ακτή βρέθηκε σε μια μάχη για τον υποβιβασμό και με τους "Αγίους" να είναι δύο βαθμούς μπροστά από τη 18η Τσάρλτον, η νίκη με 2-0 εξασφάλισε την παραμονή τους με τον Pahars να πετυχαίνει και τα δύο γκολ. Η ευφορία που έφεραν τα δύο τέρματα του προκάλεσε σοκ στον Λετονό. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι υπήρχε υποβιβασμός από την Premier League.

Ο Pahars ήταν μια ανωμαλία με τους όρους του Λετονικού ποδοσφαίρου: δεν είχε ανέλθει στην ακαδημία της Σκόντο, αντίθετα η καταγωγή του προερχόταν από τη Παρνταουγκάβα Ρίγα. Δεν ήταν επίσης βέρος Λετονός μιας και είχε γεννηθεί στην Ουκρανία και δεν μεγάλωσε παίζοντας ποδόσφαιρο. 

Ήταν μια συνηθισμένη σχολική μέρα όταν η ζωή του Pahars άλλαξε επ' αόριστον όταν ο Jurijs Andrejevs έφτασε στο σχολείο του για να πείσει τα παιδιά να ακολουθήσουν μια καριέρα στον αθλητισμό. Ο Pahars άφησε άμεσα το σημάδι του στη παρθενική του χρονιά. Ο 19χρονος βρήκε δίχτυα οκτώ φορές σε εννέα παιχνίδια - η υψηλότερη αναλογία τερμάτων ανά παιχνίδι στη Λετονία - και για άλλη μια φορά η Σκόντο πανηγύρισε το πρωτάθλημα. 

Ο Pahars συνέχισε τις επιδόσεις του στο σκοράρισμα και την επόμενη σεζόν πετυχαίνοντας άλλα δώδεκα τέρματα. Ο Jānis Gilis έδωσε στον Pahars το διεθνές ντεμπούτο του για τη Λετονία σε μια ήττα από τη Κύπρο καθώς ανέβηκε η μετοχή του επιθετικού της Σκόντο. Ωστόσο δεν ήταν μόνο η Λετονική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία που το είχε παρατηρήσει. Υπήρχαν πλέον φωνές για ένα παιδί από το Ανατολικό Μπλοκ που κυκλοφορούσαν στη Δυτική Ευρώπη. Ο Pahars συνέχισε στη Σκόντο ως πρωταθλητής, παίρνοντας άλλα τρία πρωταθλήματα. Ένα νταμπλ το 1997 και το 1998, ενώ κράτησε και το αήττητο εντός έδρας σε όλο το 1997.

Ο Pahars ήταν ένα μοναδικό ταλέντο για τη Σκόντο: η ευκολία που σκόραρε κάθε εβδομάδα ήταν σαν να κλείνεις το κεραυνό σε ένα μπουκάλι. Το όνομά του ήταν πλέον γνωστό σε όλη την Ευρώπη και μια εκπληκτική εμφάνιση κόντρα στη Ντιναμό Μόσχας επιβεβαίωσε ότι ο φωτισμός του βγήκε πλέον εκτός μπουκαλιού: ξένοι σκάουτερ άρχισαν να συρρέουν στη Ρίγα καθώς για το Pahars χόρευαν πολλοί μνηστήρες. Μέσω του προπονητή του στην Εθνική Garry Johnson ο Pahars ήρθε σε επαφή με τον Dave Jones στη Σαουθάμπτον και τα υπόλοιπα – όπως λένε – είναι ιστορία.

Ο Pahars έφυγε ίσως στο υψηλότερο σημείο κυριαρχίας της Σκόντο. Δεν είχε χάσει καμία φορά στο πρωτάθλημα για δύο χρόνια, ταπείνωσε τη Βαλμιέρας με 15-2 και ολοκλήρωνε τη χρονιά με 20 πόντους διαφορά και άνω από τους πλησιέστερους αντιπάλους τους. Με τον Pahars –και τον παρτενέρ του Vitālijs Astafjevs– διέθεταν την καλύτερη ομάδα στο πρωτάθλημα. Η Σκόντο ήταν ανέγγιχτη.



Η Σκόντο διατήρησε την εγχώρια κυριαρχία της - παρά την έλλειψη πραγματικού αντιπάλου - με έξυπνες ρήτρες συμβολαίων που παρότρυνε τους ποδοσφαιριστές να σκοράρουν όλο και περισσότερα τέρματα για να λαμβάνουν μπόνους χρημάτων. Ο μεγάλος ανταγωνισμός για μια θέση στην ενδεκάδα σήμαινε επίσης ότι κάθε προπόνηση αντιμετωπιζόταν με υψηλή ένταση. Δεν υπήρχε κανένας εφησυχασμός. Η νίκη προσκόλλησε στο DNA του συλλόγου, όλα σήμαιναν περισσότερα από τρεις βαθμούς.

Μέχρι το 2004 η Σκόντο είχε σαρώσει άλλα έξι πρωταθλήματα και η Εθνική ομάδα - γεμάτο από τα ταλέντα της - είχε προκριθεί στα τελικά του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος στη Πορτογαλία. Δυστυχώς αυτή έμελλε να είναι η "θέωση" της Σκόντο. 

Στην αλλαγή της χιλιετίας ο Indriksons είχε αντιμετωπίσει οικονομικές δυσκολίες. Αυτό σήμαινε ότι υπήρχαν όλο και λιγότερες επενδύσεις στη Σκόντο, λιγότερα χρήματα για τους παίκτες, λιγότερα κίνητρα για νίκη. Ήταν τέτοιο το μονοπώλιο της Σκόντο στο Λετονικό ποδόσφαιρο που μόλις το 2005 έγινε εμφανής η έλλειψη επενδύσεων. Οι Λετονοί ποδοσφαιρόφιλοι γνώριζαν μόνο μια δύναμη στη Virslīga. 

Πραγματοποιήθηκαν δεκατέσσερα πρωταθλήματα από την έναρξη του και μόνο ένας νικητής: η Σκόντο Ρίγα και το 2005 αυτό έπαψε να ισχύει. Οι Λιεπάγιας Μέταλουργκς και Βέντσπιλς έφτασαν τη Σκόντο και σε διάστημα μιας χρονιάς την επισκίασαν. Η Σκόντο έπεσε στην τρίτη θέση: η πρώτη φορά στη δεκαπενταετή ιστορία της που δεν είχε τερματίσει πρώτη.

Η Σκόντο δεν ήταν ποτέ ένα βιώσιμο περιουσιακό στοιχείο για τον Indriksons και κάθε προσπάθεια για να γίνει αυτό δεν το κατάφερε. Αντ’ αυτού ο Indriksons χρηματοδοτούσε τη Σκόντο μέσω του επιχειρηματικού του ομίλου και όταν κατέρρευσε οι μέρες του κλαμπ ήταν μετρημένες. 



Η πιο σημαντική αποχώρηση εκείνη  τη στιγμή ήταν ο Aleksandrs Starkovs. Ο προπονητής που είχε φέρει τόσες πολλές επιτυχίες στη Σκόντο και που τη περίοδο 2001-2004 είχε φέρει παρόμοια επιτυχία στην Εθνική Λετονίας. Ο Starkovs έφυγε από τη Λετονία για τη Σπαρτάκ Μόσχας και μαζί του έληξε η εποχή κυριαρχίας της Σκόντο. Ο άσωτος γιος της Σκόντο επέστρεψε το 2010 και μαζί του έφερε πίσω μια τελευταία αύρα, αλλά το τελευταίο πρωτάθλημα του 2011 έμοιαζε με συλλεκτικό αντικείμενο: ήταν ένας θρίαμβος του παρελθόντος και η κανονικότητα της επόμενης σεζόν αποκαταστάθηκε.

Τα πλήθη που σύρρεαν πίσω στο στάδιο  της Σκόντο μετά από χρόνια στη σκιά, σύντομα εξαφανίστηκαν ξανά στην έρημο: άφησαν μόνο εκείνους που έμειναν σε όλη τη σκοτεινή εποχή. Μια μπάντα ultras των οποίων τα τραγούδια αντηχούσαν απόκοσμα γύρω από το άδειο στάδιο.

Ο Indriksons σύντομα έφυγε και αυτός: πούλησε επίσημα τη Σκόντο σε μια Κυπριακή κοινοπραξία που ονομαζόταν Tremova Ltd, ωστόσο παρέμεινε ο αιώνιος ιδιοκτήτης και συνέχισε να επιβλέπει την καθημερινή λειτουργία του κλαμπ. Η σκοτεινή πλευρά του Indriksons άμεσα εμφανίστηκε όταν οδηγήθηκε σε μια δικαστική υπόθεση που κατάσχεσε όλα τα περιουσιακά του στοιχεία, τα οποία θα περιλάμβαναν και την Σκόντο ακόμα και αν εκείνη τη στιγμή ανέλαβε η Tremova Ltd. 



Η Σκόντο γέμισε με χρέη και έγινε φανερό ότι ο Indriksons είχε αρχίσει να κρυπτογραφεί χρήματα από τον σύλλογο, οι παίκτες ήταν απλήρωτοι και η άλλοτε μεγάλη ομάδα δεν είχε την πολυτέλεια να αγωνιστεί στο γήπεδο της. Στην αρχή της σεζόν 2011/12 –με τον Starkovs να φεύγει για άλλη μια φορά– ο σύλλογος έκανε αίτηση για να παίξει στο κλειστό του Olympic Centre, ωστόσο ο αγωνιστικός χώρος δεν πληρούσε τους κανονισμούς και ως εκ τούτου, έπαιξε τον εναρκτήριο αγώνα στο Daugava Stadium. Μια εγκαταλελειμμένη τοποθεσία με ανώμαλο αγωνιστικό χώρο μπροστά σε 100 φιλάθλους.

Ήταν μόνο η επιρροή του Indriksons - ο οποίος δεν ήταν πλέον στον σύλλογο - που κράτησε την ομάδα μακριά από τον υποβιβασμό. Ακόμη και η παρέμβαση του Indriksons δεν στάθηκε αρκετή για να καταπολεμήσει το αναπόφευκτο όταν η Σκόντο κήρυξε πτώχευση το 2016.



Η αλήθεια είναι ότι ο θάνατος της Σκόντο ήταν μακρύς και αργός, ψυχρός και υπολογισμένος. Η γραφή του ήταν στον τοίχο από τα τέλη της δεκαετίας του '90, ενώ ο θρίαμβος του 2011 δεν έκανε τίποτα περισσότερο από το να διαφοροποιήσει την προσοχή από την καταρρέουσα δομή του συλλόγου. Εκείνα τα τελευταία χρόνια, η Σκόντο ήταν ένα τοξικό μέρος για δουλειά: οι παίκτες και το προσωπικό έμεναν απλήρωτοι για μήνες κάθε χρονιά.

Ο χαμός τους είναι μια προειδοποιητική ιστορία για το πώς η παραμέληση και η κακοδιαχείριση μπορεί να πέσει ακόμα και στα πιο δυνατά franchise. Ήταν ο ήρωάς τους, ο άνθρωπος που τους επέτρεψε να ονειρεύονται: ένα όμορφο αλλά εν τέλει και ελαττωματικό όνειρο. Ο Indriksons ήταν πλέον ο κακός της παντομίμας μιας σκιάς ενός θηρίου της δημιουργίας του. 

Η Σκόντο σέρνεται χωρίς αυτόν μιας και  τώρα υπάρχει μόνο η ακαδημία της. Ένα είδος hangover από ένα ένδοξο παρελθόν.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κάστελ ντι Σάνγκρο: Το Miracolo του Αμπρούτσο

Όλνταμ Αθλέτικ: Το πρώτο κλαμπ της Premier League που έπεσε στα ερασιτεχνικά επίπεδα της Αγγλίας

Ελ Σαλβαδόρ - Ονδούρα: Ο "πόλεμος των 100 ωρών"