Henrik Larsson: Οι δεσμοί αγάπης με τη Χέλσινγκμποργκ και η μέρα που οι χούλιγκαν στράφηκαν εναντίον του

 



Θεωρούμενος ως ένας από τους καλύτερους επιθετικούς της Ευρώπης, ο Henrik Larsson απόλαυσε μια εκθαμβωτική καριέρα που τον είδε να παίζει σε μερικούς από τους μεγαλύτερους συλλόγους στον κόσμο. Με θητείες σε Φέγενορντ, Σέλτικ, Μπαρτσελόνα και Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, η καριέρα του ως παγκοσμίου φήμης επιθετικός είναι κοινή γνωστή για τους περισσότερους ποδοσφαιρόφιλους. Ωστόσο η περίοδος του στη Σουηδική Χέλσινγκμποργκ είναι σε μεγάλο βαθμό άγνωστη και ανείπωτη.


Ο Σουηδός ξεκίνησε και ολοκλήρωσε την καριέρα του με τον σύλλογο της πόλης του και αναγνωρίζεται ευρέως από τους οπαδούς ως ο καλύτερος παίκτης του συλλόγου, αφού η φανέλα του με το νούμερο 17 αποσύρθηκε αμέσως μετά το πέρας των αγωνιστικών του ημερών. Ωστόσο οι δύο θητείες του ως προπονητής ήταν πολύ διαφορετικές, με τη πρώτη του ειδικά να φτάνει σε ένα οδυνηρό τέλος όταν η Χέλσινγκμποργκ υποβιβάστηκε το 2016. Αυτή είναι η ιστορία της ανόδου του στη Χέλσινγκμποργκ, της επιστροφής του στη Σουηδία και της ημέρας που οι φανατικοί οπαδοί στράφηκαν εναντίον του ως προπονητή.





 Τα πρώτα χρόνια του Larsson και το ταξίδι του στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο

 

Η ιστορία ξεκινά τον Σεπτέμβριο του 1971 με τη γέννηση του Larsson στο Χέλσινγκμποργκ. Φωλιασμένο στη νοτιοδυτική ακτογραμμή της Σουηδίας και απέναντι από την πόλη Χέλσινγκορ της Δανίας, το Χέλσινγκμποργκ έχει πληθυσμό περίπου 100.000 κατοίκων και φιλοξενεί την ποδοσφαιρική ομάδα Helsingborgs IF.


Γεννημένος από πατέρα από το Πράσινο Ακρωτήριο και μητέρα Σουηδέζα, ο πατέρας του του έδωσε μια μπάλα ποδοσφαίρου όταν ήταν μόλις δεκαέξι μηνών και ο Larsson μεγάλωσε παίζοντας το άθλημα με φίλους και με την οικογένεια σε ένα μεγάλο γήπεδο κοντά στο σπίτι του. Ο πρώην Σουηδός διεθνής έχει δηλώσει έκτοτε ότι μεγάλωσε παρακολουθώντας Αγγλικό ποδόσφαιρο στην τηλεόραση τα περισσότερα Σαββατοκύριακα, ειδικά τη Λίβερπουλ και την Τότεναμ.


Σε ηλικία 12 ετών οι γονείς του χώρισαν και ο ίδιος πάλευε συνεχώς με τον ρατσισμό στο σχολείο, παρά το γεγονός ότι οι γονείς του αποφάσισαν να πάρει το επώνυμο της μητέρας του κατά τη γέννηση, καθώς θεώρησαν ότι θα διευκόλυνε τον γιο τους να γίνει δεκτός στη Σουηδία. Το 2012, ο Larsson μίλησε για τα πρώτα σχολικά του χρόνια: «Έζησα το ρατσισμό, γιατί τότε ήταν ασυνήθιστο να έχεις ένα μελαμψό παιδί στο σχολείο, ήμουν ένας από τους λίγους».


Ωστόσο όπως κάνουν πολλοί, ο Larsson άρχισε να βρίσκει άνεση στο ποδόσφαιρο και υπογράφηκε από την τοπική ομάδα της Χόγκαμποργκς σε ηλικία έξι ετών. Η Χόγκαμποργκς δεν ήταν μόνο ένα σκαλοπάτι σε ποδοσφαιρικούς όρους για τον νεαρό Larsson, αλλά ο ίδιος ο σύλλογος ήταν γνωστός για το καλό επίπεδο εκπαίδευσης που παρείχε στα μικρά παιδιά. Αυτό είναι κάτι που ο Larsson έχει αναφέρει σε πολλές περιπτώσεις, ότι η Χόγκαμποργκς τον βοήθησε να διαμορφωθεί όχι μόνο ως ποδοσφαιριστή, αλλά και ως υπεύθυνο ενήλικα.


Σε ηλικία 17 ετών και ακόμα πηγαίνοντας στο σχολείο, ο Larsson ξεκίνησε επιτέλους την ποδοσφαιρική του καριέρα. Αγωνιζόμενος ως ημι-επαγγελματίας ποδοσφαιριστής με τη Χόγκαμποργκς, ο νεαρός επιθετικός συνδύασε την αθλητική του καριέρα με θέσεις μερικής απασχόλησης ως συσκευαστής φρούτων σε ένα τοπικό εργοστάσιο και ως επόπτης σε ένα κέντρο νεότητας για να τα βγάλει οικονομικά πέρα. Όμως παρά μια σειρά από σχετικά δυνατές επιδόσεις υπό τον προπονητή Bent Person για την ομάδα της τρίτης κατηγορίας, κανένας σκάουτερ δεν ήρθε για να παρακολουθήσει τον Larsson μέχρι να κλείσει τα 18 του και να φύγει από το σχολείο.


Για λίγο καιρό, ο επιθετικός άρχισε να αμφιβάλλει ότι η πορεία του προς το επαγγελματικό ποδόσφαιρο θα τελείωνε και αντ' αυτού άρχισε να επικεντρώνεται σε άλλες πτυχές της ζωής του. «Στα 19 μου, γνώρισα την κοπέλα που επρόκειτο να παντρευτώ, τη Magdelena και με βοήθησε να ηρεμήσω. Η ζωή ήταν πολύ καλή τότε και παρόλο που εξακολουθούσα να απολαμβάνω το ποδόσφαιρο, δεν ήταν το παν για μένα», εξήγησε ο Larsson.


Παρά τον συντριπτικό φόβο ότι η ποδοσφαιρική του καριέρα μπορεί να μην πραγματοποιηθεί ποτέ, ο Larsson συνέχισε να παίζει ποδόσφαιρο για τη Χόγκαμποργκς και μετά από τέσσερα χρόνια επιτέλους ήρθε το πρώτο του μεγάλο βήμα. Με 23 τέρματα σε 74 αγώνες για την ομάδα της τρίτης κατηγορίας, ο Larsson προσφέρθηκε να δοκιμαστεί στη Μπενφίκα, που σε εκείνο το σημείο διευθύνονταν από τον συμπατριώτη του Sven-Göran Eriksson.


Η δοκιμή δεν πήγε σύμφωνα με το σχέδιο και η Μπενφίκα αποφάσισε να μην υπογράψει τον νεαρό επιθετικό, αλλά οι εμφανίσεις του δεν πέρασαν απαρατήρητες από την Μπενφίκα και τον Σουηδό επιθετικό Mats Magnusson. Ο Magnusson - ο οποίος καταγόταν από τη μικρή πόλη του Χέλσινγκμποργκ - ήταν ένας από τους ήρωες του Larsson και είχε επιστρέψει στη Σουηδία το 1992 για να παίξει για τον σύλλογο της πόλης του.


Ο ίδιος ο Magnusson επηρέασε τη Χέλσινγκμποργκ για να υπογράψει τον Larsson και σε ηλικία 21 ετών του δόθηκε το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο ύψους 75 λιρών την εβδομάδα χωρίς μπόνους.





Από τη Χέλσινγκμποργκ στα μεγάλα πρωταθλήματα 

 


Ο Larsson πήρε τη πρώτη του μεταγραφή στον κόσμο του ποδοσφαίρου απίστευτα σοβαρά: «Για να είμαι ειλικρινής, είχα αρχίσει να σκέφτομαι ότι το όνειρό μου να γίνω επαγγελματίας ποδοσφαιριστής μπορεί να μην πραγματοποιηθεί ποτέ. Όταν φτάνεις στα 20 σου και δεν ξεπερνάς τις προσδοκίες μπαίνουν στο μυαλό οι αμφιβολίες».

Είτε ήταν οι καλύτερες εγκαταστάσεις είτε το γεγονός ότι έπαιζε τώρα στη δεύτερη κατηγορία του Σουηδικού ποδοσφαίρου σε αντίθεση με τη χαμηλότερη τρίτη, το ξεκίνημα του Larsson στη Χέλσινγκμποργκ ήταν εκρηκτικό.

Δημιουργώντας μια τρομερή συνεργασία με τον Mats Magnusson, ο Larsson πέτυχε 34 γκολ στην πρώτη του σεζόν με τη Χέλσινγκμποργκ οδηγώντας τη στην άνοδο στην Allsvenskan (την κορυφαία κατηγορία της Σουηδίας) για πρώτη φορά μετά από 24 χρόνια. Συνέχισε την πρώτη του χρονιά με μια αναμφισβήτητα ακόμη καλύτερη δεύτερη. Σε περισσότερους από 25 αγώνες στη κορυφαία κατηγορία με τους "κόκκινους" ο τότε 22χρονος επιθετικός σκόραρε 16 φορές, καθώς η ομάδα του τερμάτισε σε μια μέτρια αλλά αποδεκτή ένατη θέση.

Το ταλέντο του Larsson άρχισε να ηχεί στους συλλόγους από όλη την Ευρώπη και αφού συνδέθηκε έντονα με την Ελβετική Γκρασχόπερς, ο Larsson επέλεξε να μετακομίσει νότια στην Ολλανδική Φέγενορντ. Ο επιθετικός αποφάσισε να μείνει στην Χέλσινγκμποργκ μέχρι τον Νοέμβριο εκείνης της σεζόν σε μια προσπάθεια να τη βοηθήσει να αποφύγει τον υποβιβασμό, πριν αναχωρήσει για 300.000 ευρώ στα μεγάλα φώτα του Ρότερνταμ.

Με 51 τέρματα σε 61 αγώνες στο Σουηδικό ποδόσφαιρο, ο Larsson πραγματοποίησε το όνειρό του να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής με μια μεταγραφή στη Φέγενορντ. «Ήταν μια μεγάλη περιπέτεια, να κατέβω στην Ολλανδία, να μάθω μια νέα γλώσσα, να κάνω νέους φίλους και ήξερα ότι τα είχα καταφέρει ως επαγγελματίας».


Το όνειρό του να παίξει για τη Σουηδία θα ακολουθούσε σύντομα, καθώς ο Tommy Svensson τον κάλεσε στην ανδρική αποστολή. Η επίδρασή του στη Διεθνή σκηνή ήταν άμεση, σκοράροντας στο 40' σε μια νίκη 3-2 εναντίον της Φινλανδίας σε έναν πολύ σημαντικό αγώνα για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1994. Στην πραγματικότητα το γκολ εκείνο σφράγισε ουσιαστικά τη θέση του στην αποστολή της Σουηδίας για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994 σε αμερικανικό έδαφος, που είδε το Σκανδιναβικό έθνος να κατακτά την αξιοσημείωτη τρίτη θέση.

Η καριέρα του Larsson στην Ολλανδία ξεκίνησε υποτονικά το 1993, αλλά σταδιακά βελτιώθηκε προς το τέλος του χρόνου του στο Ρότερνταμ. Στην πρώτη του σεζόν, ο Larsson δυσκολεύτηκε τόσο εντός όσο και εκτός γηπέδου. Η αλλαγή κουλτούρας ήταν ένα πρόβλημα στην αρχή και λόγω της έλλειψης οικογενειακής θαλπωρής γύρω του, η πρώτη του σεζόν ήταν σχετικά φτωχή με τα δικά του υψηλά στάνταρ.

Εμφανίστηκε 149 φορές για το καμάρι του νότου πετυχαίνοντας 42 τέρματα σε όλες τις διοργανώσεις, ενώ κατέκτησε το Κύπελλο Ολλανδίας δύο φορές (το 1993-94 και το 1994-95), το πρώτο από τα πολλά τρόπαια που θα πανηγύριζε ο Σουηδός στη περίφημη καριέρα του. Μέχρι το 1997 όμως ο χρόνος του στην Ολλανδία πλησίαζε στο τέλος του. Ο Larsson γινόταν ανήσυχος και σε μεγάλο βαθμό απογοητευμένος με τις ξαφνικές αλλαγές προπονητών στο De Kuip, όπως και επειδή δεν έπαιζε στη φυσική του θέση και από την πολιτική συχνών αλλαγών που υιοθέτησε η Ολλανδική ομάδα.

Μετά από μια σύντομη δικαστική διαμάχη γύρω από το συμβόλαιό του και μια ρήτρα αποδέσμευσης, ο πρώην προπονητής του στη Φέγενορντ Wim Jansen πήρε τον Σουηδό Διεθνή στη Σέλτικ και τα υπόλοιπα είναι ιστορία.

Από πού να αρχίσεις με τον Henrik Larsson και την καριέρα του στη Σέλτικ; Είναι σχεδόν αδύνατο να επισημάνουμε όλα τα υψηλά του σημεία και όλες τις διακρίσεις που έλαβε ο Σουηδός με τη Σκωτσέζικη ομάδα.

Σαν αντιστάθμιση ο Larsson ήταν αγαπημένος των οπαδών. Οι άμεσες συνεισφορές του βοήθησαν την ομάδα του να εκτροχιάσει τους μισητούς Ρέιντζερς, καθώς οι «Bhoys» πανηγύρισαν το πρώτο τους πρωτάθλημα στη Σκωτία από το 1988. Με 19 τέρματα σε 46 αγώνες, ο Larsson αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ των Hoops εκείνη τη σεζόν καθώς πήραν και το Λιγκ Καπ Σκωτίας. 

Η δεύτερη χρονιά του Larsson στο Celtic Park ξεκίνησε με αναταραχή. Ο προπονητής Wim Jansen παραιτήθηκε στο τέλος της προηγούμενης σεζόν παρά τις επιτυχίες της Σέλτικ και ως εκ τούτου, υπήρξαν έντονες φήμες ότι ο Larsson θα αποχωρούσε από τον σύλλογο της Σκωτίας λίγο αργότερα.


Ευτυχώς για τους οπαδούς της Σέλτικ, ο νέος Τσέχος προπονητής Jozef Vengloš έπεισε τον Σουηδό να παραμείνει και ο Larsson αντεπιτέθηκε σκοράροντας 38 φορές σε 49 αγώνες. Ακόμη έλαβε μια σειρά από ατομικά βραβεία, μεταξύ των οποίων παίκτης της χρονιάς από τους υπόλοιπους παίκτες, παίκτης της χρονιάς από τους Σκωτσέζους δημοσιογράφους και παίκτης της χρονιάς στη Σουηδία. Ωστόσο η Ρέιντζερς θα έκανε το τρεμπλ τη σεζόν 1998/99 παρά τις επιδόσεις του Larsson.


Ακολούθησαν και πάλι πιο δραστικές αλλαγές στην ιεραρχία στο Celtic Park την επόμενη χρονιά, με τον θρύλο Kenny Dalglish να εντάσσεται ως διευθυντής ποδοσφαίρου και τον John Barnes να αναλαμβάνει προπονητής παρά την έλλειψη προπονητικής εμπειρίας. Ο Larsson έβρισκε ξανά δίχτυα με μεγάλη ευκολία, πετυχαίνοντας εννιά γκολ στους πρώτους οκτώ αγώνες του αλλά η σεζόν του θα έπαιρνε σκοτεινή τροπή τον Οκτώβριο εκείνης της περιόδου.


Κυνηγώντας την μπάλα σε μια αναμέτρηση για το Κύπελλο UEFA, ο Σουηδός διεθνής συγκρούστηκε με έναν αμυντικό της Λυών και έσπασε το πόδι του σε δύο σημεία. Η χρονιά του τελείωσε και παρά το γεγονός ότι επέστρεψε για να παίξει στο τελευταίο αγώνα της χρονιάς, η Σέλτικ τερμάτισε 21 πόντους πίσω από τη πρωταθλήτρια Ρέιντζερς.


Την επόμενη χρονιά η Σέλτικ πήρε την εκδίκησή της και ήταν πιο γλυκιά από ποτέ. Ο Larsson ήθελε να αναπληρώσει τον χαμένο χρόνο, πετυχαίνοντας ένα από τα καλύτερα γκολ του στο 6-2 της ομάδας του εναντίον της Ρέιντζερς. Δημιουργώντας άλλη μια τρομερή συνεργασία, αυτή τη φορά μαζί με τον Chris Sutton, ο Σουηδός σημείωσε 50 τέρματα σε 53 αγώνες σε όλες τις διοργανώσεις και απόλαυσε μια από τις καλύτερες χρονιές που έχει δει ποτέ ένας επιθετικός σε όλη την Ευρώπη.


Σημειώνοντας ένα χατ-τρικ στον τελικό του Λιγκ Καπ Σκωτίας και ένα γκολ στο τελικό του Κυπέλλου Σκωτίας, η Σέλτικ πανηγύρισε το πρώτο εγχώριο τρεμπλ από το 1969 και ο Larsson κέρδισε το Χρυσό Παπούτσι της Ευρώπης μπροστά από τον Hernan Crespo και τον Andrey Shevchenko.


Ακόμη και ο προπονητής της Ρέιντζερς, Dick Advocaat μίλησε με αγάπη για τον επιθετικό της Σέλτικ: «Ο Larsson είναι ένας από τους καλύτερους επιθετικούς στην Ευρώπη, ίσως και στον κόσμο. Αν δεις τον Batistuta, μερικές φορές δεν φαίνεται στα 90 λεπτά αλλά σου βάζει δύο γκολ. Ο Larsson έχει ακόμα περισσότερα, γιατί εκτός από καλός παίκτης και σκόρερ κάνει και τρομερή δουλειά στο γήπεδο».


Η Σέλτικ κατέκτησε ξανά το πρωτάθλημα το 2002 και συμμετείχε στους ομίλους του Champions League για πρώτη φορά, με τον Larsson να πυροβολεί για άλλη μια φορά σε όλες τις διοργανώσεις. Θα πήγαιναν ένα βήμα παραπέρα την επόμενη σεζόν στην Ευρώπη φτάνοντας στο τελικό του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ το 2003 στη Σεβίλλη.

Στην πορεία της προς τον τελικό η Σέλτικ ξεπέρασε το εμπόδιο της Μπλάκμπερν σε μια αναμέτρηση που ονομάστηκε «Η Μάχη της Βρετανίας», τη Θέλτα Βίγκο και τη Στουτγάρδη για να συναντήσει στα προημιτελικά τη Λίβερπουλ. Οι «Bhoys» επικράτησαν της Λίβερπουλ με 3-1 στο σύνολο των δύο αγώνων, με τον Larsson να σκοράρει στο πρώτο παιχνίδι στο Celtic Park.

Η Πορτογαλική  Boavista θα τύχαινε στα ημιτελικά και παρά το 1-1 στο Celtic Park, ο Larsson πέτυχε το πολύ σημαντικό εκτός έδρας γκολ για να στείλει τη Celtic στον πρώτο της ευρωπαϊκό τελικό από το 1970. Δυστυχώς θα ερχόταν διπλό πικρό χτύπημα για τη Σέλτικ, καθώς η Πόρτο θα επικρατούσε στη παράταση στο τελικό του κυπέλλου ΟΥΕΦΑ και η Ρέιντζερς θα της έπαιρνε το πρωτάθλημα Σκωτίας την τελευταία αγωνιστική για ένα γκολ.

Η επόμενη χρονιά του Larsson με τη Celtic θα ήταν η τελευταία του. Για ακόμα μια φορά ο Σουηδός θα ήταν σημαντικό μέρος της επιτυχίας της ομάδας του καθώς η Σέλτικ κατέκτησε το πρωτάθλημα, το Κύπελλο Σκωτίας και απόλαυσε μια πορεία στα προημιτελικά του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ, αποκλείοντας την Μπαρτσελόνα στο δρόμο της.

Η Σέλτικ κέρδισε και τις πέντε συναντήσεις με τους Ρέιντζερς τη σεζόν 2003/04 καθώς ο Larsson εδραίωσε τη θέση του στο πάνθεον των Κέλτων. Ο «Βασιλιάς των Βασιλέων» - όπως ονομάστηκε από τους πιστούς του συλλόγου - θα ολοκλήρωνε τη θητεία του με 242 τέρματα σε 315 αγώνες για τη Σέλτικ πριν μεταβεί από τη Γλασκώβη στη Βαρκελώνη.

Υπογράφοντας μονοετές συμβόλαιο με οψιόν για άλλον έναν, ο Larsson είχε μια σταθερή αρχή στη ζωή στην Καταλονία με τρία τέρματα στους πρώτους 12 αγώνες του πρωταθλήματος. Το άλλο γκολ του Σουηδού εκείνη τη σεζόν, κατά ειρωνικό τρόπο ήρθε σε έναν αγώνα Champions League εναντίον της Σέλτικ. «Ήταν πολύ δύσκολο για μένα να πανηγυρίσω το γκολ μου γιατί πέρασα τόσες υπέροχες στιγμές εδώ», είπε ο Larsson στον Τύπο μετά τον αγώνα.

Η χρονιά του διακόπηκε απότομα σε ένα Clasico Νοεμβρίου, όταν έσκισε τόσο τον πρόσθιο χιαστό όσο και τον μηνίσκο στο αριστερό του γόνατο. Ο Larsson θα έχανε το υπόλοιπο της σεζόν, αλλά η Μπαρτσελόνα επέλεξε να επεκτείνει το συμβόλαιό του για έναν ακόμη χρόνο.

Η σεζόν 2005-06 θα έφερνε στον Larsson τη μεγαλύτερη διάκριση και τρόπαιο. Με δέκα γκολ σε 28 αγώνες, ο Σουηδός πραγματοποίησε μια αξιοπρεπή δεύτερη σεζόν, καθώς η Μπαρτσελόνα πέρασε ομάδες όπως η Τσέλσι και η Μίλαν για να ορίσει ραντεβού με την Άρσεναλ στο τελικό του Champions League το 2006. Έμελλε να είναι ο τελευταίος του αγώνας για τους Blaugrana, πριν από την επιστροφή του στην πατρίδα του και το Χέλσινγκμποργκ και δεν απογοήτευσε.

Ο Larsson που πέρασε στο 61' από τον Frank Rijkard μοίρασε και τα δύο γκολ για τους Samuel Eto'o και Juliano Belleti, καθώς η Μπάρτσα ανέτρεψε το 1-0. Η μέχρι τώρα κατάκτηση του Champions League είναι το κορυφαίο επίτευγμά του και το τρόπαιο για το οποίο είναι πιο περήφανος.

Η σύντομη αλλά πολύ σημαντική εμφάνισή του στον τελικό συνοψίστηκε καλύτερα από τον επιθετικό της Άρσεναλ Thierry Henry μετά τον αγώνα: «Οι άνθρωποι μιλούν πάντα για τον Ronaldinho, τον Eto'o, τον Giuly όμως δεν τους είδα σήμερα. Είδα μόνο τον Larsson. Μπήκε, άλλαξε το παιχνίδι και μας σκότωσε. Πρέπει να μιλήσεις για τον κατάλληλο ποδοσφαιριστή που έκανε τη διαφορά και αυτός ήταν ο Larsson απόψε».

Ο ίδιος ο Ronaldinho εκτιμούσε πολύ τον Larsson μετά τη διετή παρουσία του στην Μπαρτσελόνα. Ο Βραζιλιάνος του έδωσε το παρατσούκλι «είδωλο» όταν ήταν μαζί και συνέχισε λέγοντας: «Όταν ήρθε στη Μπαρτσελόνα, ο Henrik έλεγε καλά λόγια για μένα, αλλά μέχρι να φύγει ήταν το είδωλό μου».





 Η επιστροφή του στη Χέλσινγκμποργκ και ο δανεισμός στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ


Αφού έπαιξε για τη Σουηδία στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006 όπου αποκλείστηκε από τη Γερμανία στη φάση των 16, ο Larsson επέστρεψε στην πατρίδα του, τη Σουηδία και το Χέλσινγκμποργκ για να ολοκληρώσει την σταδιοδρομία του. Για ακόμα μια φορά ο Larsson γνώρισε άμεση επιτυχία με τον σύλλογο της πόλης του, καθώς κατέκτησε το Κύπελλο Σουηδίας το 2006 επί της Γκέφλε. Στο πρωτάθλημα τα οκτώ τέρματα του σε 15 αγώνες βοήθησαν επίσης τους κόκκινους να τερματίσουν τέταρτοι και να προκριθούν στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ της επόμενης χρονιάς.

Μετά ήρθε το διάσημο τηλεφώνημα από τον επί χρόνια θαυμαστή Sir Alex Ferguson. Σε ηλικία 36 ετών ο Larsson πήγε ως δανεικός στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ τον Ιανουάριο του 2007 για δύο μήνες για να συμπέσει με το τέλος της σεζόν στην Allsvenskan, και για άλλη μια φορά ο αντίκτυπός του ήταν άμεσος.

Με τους επιθετικούς Louis Saha και Ole Gunnar Solskjaer να ταλαιπωρούνται με τραυματισμούς, ο Larsson σκόραρε στο ντεμπούτο του για τον σύλλογο στο τρίτο γύρο του FA Cup εναντίον της Άστον Βίλα. Αν και ο χρόνος του στο Old Trafford δεν ήταν τόσο παραγωγικός, με τον Σουηδό να σκοράρει τρεις φορές σε 13 αγώνες τον θυμούνται με αγάπη οι οπαδοί της Γιουνάιτεντ.

Η ιστορία λέει ότι ο Ferguson ήθελε στην πραγματικότητα ο Larsson να υπογράψει μεγαλύτερης διάρκειας συμβόλαιο στο Μάντσεστερ, αλλά ο Σουηδός είχε υποσχεθεί στη Χέλσινγκμποργκ ότι θα επέστρεφε μετά τον αρχικό δανεισμό. Μέχρι σήμερα, ο Larsson παραδέχεται ελεύθερα ότι ήταν η μεγαλύτερη λύπη της καριέρας του που δεν έμεινε περισσότερο στο Old Trafford, αλλά παράλληλα πήρε και τη σωστή απόφαση να επιστρέψει στη Σουηδία.

Μέχρι τοτε η καριέρα του βάδιζε φαινομενικά στα τελευταία του σκέλη, αλλά ο Larsson έπαιξε αξιοσημείωτα ακόμα τρεις χρονιές με τον σύλλογο της πόλης του. Κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου, η Χέλσινγκμποργκ εξέπληξε τους ειδικούς φτάνοντας στα νοκ-άουτ του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ το 2008, προτού τελικά υποκύψει στην Αϊντχόφεν με 4-1 συνολικό σκορ.

Η Σουηδική ομάδα δεν μπόρεσε να λάβει άλλες διακρίσεις κατά την τελευταία του περίοδο με τον σύλλογο και τον Οκτώβριο του 2009, ο Henrik Larsson έδωσε τον τελευταίο του επαγγελματικό αγώνα.




Η μέχρι σήμερα προπονητική του καριέρα

 


Στο τέλος της καριέρας του, ο Larsson μιλούσε συχνά για την επιθυμία του να μπει στο κόσμο της προπονητικής αμέσως μετά την απόσυρση του. Η πρόθεσή του αρχικά ήταν να αποκτήσει το προπονητικό του δίπλωμα στη Σκωτία σύμφωνα με το σύστημα της Σκωτσέζικης Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας. Ένα γεγονός που πυροδότησε γρήγορα τις φήμες ότι επέστρεφε στη Σέλτικ ως προπονητής, αλλά τελικά αποδείχθηκαν ψευδείς.

Αντίθετα το πρώτο εγχείρημα του Larsson στη προπονητική ήρθε στα τέλη του 2009 με τη Λαντσκρόνα στη δεύτερη κατηγορία της Σουηδίας. Η ανακοίνωση δεν κάθισε καλά στους οπαδούς της Χέλσινγκμποργκ, οι οποίοι παραδοσιακά έχουν μια ισχυρή αντιπαλότητα με τη νέα ομάδα του Larsson.

Η πρώτη χρονιά του Larsson στη προπονητική αποδείχθηκε επιτυχημένη. Υιοθετώντας έναν επιθετικό σχηματισμό η Λαντσκρόνα διεκδίκησε την άνοδο για μεγάλο μέρος της σεζόν, πριν πέσει προς το τέλος στη πέμπτη θέση. Το εντυπωσιακό ξεκίνημά του στάθηκε αρκετό, ώστε το διοικητικό συμβούλιο να τον ανταμείψει με επέκταση συμβολαίου και ο Larsson έβαλε την υπογραφή του σε ένα ακόμη μονοετές συμβόλαιο.

Πριν από την έναρξη της σεζόν 2011 στη Superettan, η Λαντσκρόνα θεωρήθηκε ως φαβορί για προβιβασμό. Ωστόσο η τύχη τους στον αγωνιστικό χώρο δεν θα μπορούσε να είναι πιο αντίθετη, με την ομάδα του Larsson να περνά το μεγαλύτερο μέρος του πρώτου μισού της σεζόν στο κάτω μέρος του βαθμολογικού πίνακα.

Με την πίεση να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες τους, το διοικητικό συμβούλιο του συλλόγου πρότεινε στο Larsson να παίξει ακόμα και ο ίδιος, αλλά ο πρώην Σουηδός διεθνής δεν ένιωθε έτοιμος.

Εν τέλει ο Larsson οδήγησε την ομάδα του στην παραμονή και παρά το γεγονός ότι ο σύλλογος κατέλαβε τη χειρότερη θέση στο πρωτάθλημα εδώ και χρόνια, ο Larsson υπέγραψε και πάλι νέο μονοετές συμβόλαιο. Η σεζόν 2012 αποδείχθηκε πιο σταθερή για τη Λαντσκρόνα, αλλά καθώς ο σύλλογος έχασε ξανά την άνοδο ο Larsson άφησε τη θέση του τον Νοέμβριο του ίδιου έτους.

Θα περνούσε ένας ολόκληρος χρόνος μέχρι ο Larsson να πάρει την επόμενη δουλειά. Με τη Φάλκενμπεργκ να αντιμετωπίζει προβλήματα στην Allsvenskan, ο Larsson θεωρήθηκε ο ιδανικός υποψήφιος για να κρατήσει τους νεοφώτιστους. Ο πρώην Σουηδός διεθνής οδήγησε την ομάδα του στη 13η θέση, μία θέση πάνω από τις θέσεις του υποβιβασμού διασφαλίζοντας την σωτηρία της Φάλκενμπεργκ κόντρα στις πιθανότητες. Παρά την επιτυχία του, ο Larsson άφησε τον ρόλο του τον Νοέμβριο του 2014.

Αυτή τη φορά δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ για άλλη μια πρόταση και πριν από την έναρξη της σεζόν του 2015, επέστρεψε για μια τρίτη θητεία στην ομάδα της πόλης του, τη Χέλσινγκμποργκ αλλά αυτή τη φορά ως προπονητής. Μαζί με τον γιο του Jordan - ο οποίος είχε ακολουθήσει τα βήματα του πατέρα του παίζοντας για τη Χόγκαμποργκς πριν πάει στην Χέλσινγκμποργκ το 2014 σε ηλικία 16 ετών - η Σουηδική ομάδα πραγματοποίησε μια αδιάφορη χρονιά και τερμάτισε στην όγδοη θέση.

Η απόφαση του Larsson να παραμείνει στο 4-4-2 όλη τη σεζόν άφησε ελάχιστα στη φαντασία, αλλά η απόδοσή του τον έκανε να ξεκινήσει το 2016 και πάλι ως προπονητής τους. Η δεύτερη χρονιά του ως επικεφαλής της ομάδας της πόλης του θα τελείωνε με μια καταστροφή. Παρά τη σταθερή εκκίνηση που τους οδήγησε στην έκτη θέση στο βαθμολογικό πίνακα μετά από οκτώ αγώνες, η τύχη της Χέλσινγκμποργκ άρχισε να αλλάζει μετά τα μισά της σεζόν.

Με μόλις οκτώ νίκες σε 30 αγώνες μέχρι το τέλος της σεζόν, η Χέλσινγκμποργκ βρέθηκε στην 14η θέση και μπήκε στα επίφοβα πλέι άουτ υποβιβασμού. Η Χάλμσταντ ήταν η αντίπαλος και μετά το 1-1 εκτός έδρας, οι "κόκκινοι" εξακολουθούσαν να μοιάζουν το φαβορί για να διατηρήσουν τη θέση τους στη κορυφαία κατηγορία. Σε ένα νευρικό δεύτερο παιχνίδι, οι γηπεδούχοι προηγήθηκαν αργά χάρη σε ένα τέρμα του Jordan Larsson. Όμως δύο γκολ στο 86' και στο 89' από τον αμυντικό της Χάλμσταντ Markus Mathisen, τους στέρησαν την παραμονή.

Στη συνέχεια άρχισε να ξεκινά ο χαμός στις κερκίδες των γηπεδούχων. Με το σφύριγμα της λήξης να ακούγεται και να επιβεβαιώνεται ο υποβιβασμός της Χέλσινγκμποργκ, μια ομάδα οπαδών με κουκούλες μπήκε στον αγωνιστικό χώρο και άρχισε να τραβά τη φανέλα του Jordan Larsson από την πλάτη του. Ο πατέρας του όρμησε, φαινομενικά έτοιμος να υπερασπιστεί τον εαυτό του και ο γιος του και οι σεκιούριτι αντέκρουσαν τους οπαδούς των γηπεδούχων.

Οι σκηνές ήταν άσχημες και ο Larsson αποφάσισε να φύγει από το κλαμπ αμέσως μετά, με τον γιο του να εντάσσεται στην Ολλανδική NEC Nijmegen. Θα επέστρεφε στη Σουηδία ένα χρόνο αργότερα για τη Νόρσεπινγκ, πριν πάρει μεταγραφή στη Σπαρτάκ Μόσχας για τέσσερα εκατομμύρια ευρώ το καλοκαίρι του 2019. Μετά τα τεκταινόμενα όμως από το πόλεμο Ρωσίας και Ουκρανίας γύρισε στα πάτρια εδάφη τον Απρίλιο για την ΑΙΚ Στοκχόλμης.

Ως προπονητής ο Larsson επέβλεψε τον πρώτο υποβιβασμό του συλλόγου μετά από 23 χρόνια. Δεν δούλεψε πουθενά  για δυόμισι χρόνια μετά από εκείνο το περιστατικό, αλλά τον Ιούνιο του 2019 ανακοινώθηκε ότι θα επέστρεφε ξανά στη Χέλσινγκμποργκ ως προπονητής.

Η δεύτερη θητεία του ως αφεντικό διήρκεσε μόνο δύο μήνες. Ο Larsson παραιτήθηκε μετά από σοβαρή διαδικτυακή επίθεση, ως αποτέλεσμα της ήττας της ομάδας του από την  Οσκαρσάμνς (ομάδα τρίτης κατηγορίας) στη φάση των ομίλων στο Κύπελλο Σουηδίας. Η καριέρα και η κληρονομιά του με τον σύλλογο επισκιάζονται πλέον σε μεγάλο βαθμό από τις δύο ανεπιτυχείς θητείες του ως προπονητής. Τον Αύγουστο του 2020 έγινε βοηθός του Ronald Koeman και μετά την απόλυση του Ολλανδού το περασμένο Οκτώβριο αποχώρησε και εκείνος.

Ως ταλαντούχος και επιδέξιος επιθετικός ο Henrik Larsson ανέβηκε στην κορυφή του ποδοσφαιρικού κόσμου, έπαιξε σε πολύ μεγάλους συλλόγους κατά τη διάρκεια της καριέρας του και έλαβε μερικές από τις μεγαλύτερες διακρίσεις στο άθλημα. Σεβαστός από τους συμπαίκτες και τους αντιπάλους του, ο Larsson είναι πλέον ένα από τα διάσημα ονόματα του ποδοσφαίρου και μνημονεύεται ως θρύλος στο άθλημα μέχρι σήμερα. 

Σαν προπονητής όμως έχει ήδη υποστεί πολλές σημαντικές αποτυχίες και αν η επόμενη δουλειά του δεν φέρει καλό αποτέλεσμα, θα μπορούσε η καριέρα του να έχει ήδη τελειώσει πριν ξεκινήσει πλήρως.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κάστελ ντι Σάνγκρο: Το Miracolo του Αμπρούτσο

Όλνταμ Αθλέτικ: Το πρώτο κλαμπ της Premier League που έπεσε στα ερασιτεχνικά επίπεδα της Αγγλίας

Ελ Σαλβαδόρ - Ονδούρα: Ο "πόλεμος των 100 ωρών"